18ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Κοινωνικής Αλληλεγγύης

 

18ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Κοινωνικής Αλληλεγγύης

3,4, 5 Ιούλη, πρώην Στρατόπεδο Παύλου Μελά - Αναβλήθηκε για Οκτώβρη

Να ανοίξουμε τα σύνορα, να βγούμε στους δρόμους!

Το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, και μαζί του η Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης,ξεκίνησετο μακρινό πια 1998, ως ένα σημείο συνάντησης ανθρώπων και συλλογικοτήτων, στον κοινό αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα του ρατσισμού, του εθνικισμού καιτου κοινωνικού αποκλεισμού. Τότε ήμασταν ακόμα λίγοι και το Φεστιβάλ μας πρόσφερε ένα πολύτιμο χώρο για να μιλήσουμε για τη νομιμοποίηση και τα δικαιώματατων μεταναστών και των προσφύγων, για τη διπλή και τριπλή καταπίεση της γυναίκας και της γυναίκας –μετανάστριας, των μειονοτήτων, της LGBTQIκοινότητας, για τον αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρίες. Ένα βήμα να καταγγείλουμε την κρατική καταστολή και τις φασιστικές επιθέσεις, ένα εργαλείο να στηρίξουμε την αυτοοργάνωση των μεταναστών.  

Με τον καιρό, το φεστιβάλ μεγάλωνε και αγκάλιαζε περισσότερα κινήματα και συλλογικότητες. Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα, μέσα στο ζόφο που προκάλεσε η καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια της φτώχειας, αλλά και μέσα στις ελπίδες που γέννησαν οι πλατείες, οι απεργίες, οι κοινωνικοί αγώνες, το φεστιβάλ προσπάθησε –και πιστεύουμε κατάφερε- να αλλάξει ριζικά. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο φιλόξενο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά, στα δυτικά της πόλης, συμμετέχοντας έτσι και στο δίκαιο αγώνα να αποδοθεί ο χώρος αυτός στις ανάγκες της κοινωνίας και των ανθρώπων. Ως Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Κοινωνικής Αλληλεγγύης πια, αποτέλεσε ένα χώρο συνάντησης όσων δεν στεκόταν απλά δίπλα στους φτωχούς, αλλά κι ενάντια στους πλούσιους, όπως τα κινηματικά εγχειρήματα κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτών που δεν αμφισβητούσαν μόνο τη λιτότητα αλλά και την εκμετάλλευση, παλεύοντας για δουλειά με αξιοπρέπεια ή ανοίγοντας ακόμα το δρόμο της αυτοδιαχείρισης.  Αυτών που δεν προστατεύουν μόνο το περιβάλλον, αλλά διεκδικούν ενεργά την κοινή ιδιοκτησία και χρήση των κοινών αγαθών. Αυτός είναι ο στόχος μας και φέτος, σε μία όμως πολύ διαφορετική συγκυρία: να συζητήσουμε τις προτεραιότητες και να οργανώσουμε τους αγώνες μας στα παρακάτω πεδία.

-          Να ανοίξουν τα σύνορα της Ελλάδας και της Ευρώπης στους πρόσφυγες του πολέμου

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού συνέβαλλε τα μέγιστα στην καταστροφή χωρών του Νότου και της Ανατολής, αφού υποκίνησε κι οργάνωσε πολέμους και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, μαζί με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ και φυσικά με την ελληνική συμμετοχή, σηκώνει σήμερα ένα τείχος απέναντι στις καραβιές των προσφύγων από τη Συρία, την Παλαιστίνη, τη Λιβύη ή το Αφγανιστάν, οδηγώντας συνειδητά χιλιάδες ανθρώπους στο θάνατο. Η αιτία των πνιγμών δεν είναι ούτε τα σαπιοκάραβα, ούτε οι διακινητές –ακόμα κι αν αυτοί πολλές φορές είναι επίσης εγκληματίες· είναι τα κλειστά σύνορα και η ποινικοποίηση της προσφυγιάς. Ακόμα περισσότερο, η Ευρωπαϊκή Ένωση, που υποτίθεται ‘ενώνει’ τους λαούς, μέσα από τις συνθήκες του Δουβλίνου και της Σένγκεν, χρησιμοποιεί τα περιφερειακά της κράτη, όπως η Ελλάδα, σαν μεγάλα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, για να προφυλάξει τις χώρες του πλούσιου Βορρά.

Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν συμπαθούμε τα σύνορα· πιστεύουμε ότι υπάρχουν για να χωρίζουν τους λαούς και να φυλακίζουν τους φτωχούς στις συνθήκες εκμετάλλευσης που καθορίζουν οι πλούσιοι. Για αυτό άλλωστε είναι κλειστά για τους ανθρώπους, αλλά ορθάνοιχτα για το κεφάλαιο και τις επιχειρήσεις που επενδύουν και κερδίζουν από την ανισότητα της φτώχειας, ή για τις περίφημες ‘αγορές’ που αιχμαλωτίζουν στο χρέος και απομυζούν τα κράτη και τους λαούς. Αυτή τη στιγμή όμως δεν ζητάμε να συμφωνήσουμε όλοι στην κατάργηση των συνόρων· ζητάμε το ελάχιστο, να ανοίξουν τα σύνορα της Ελλάδας και της Ευρώπης στους πρόσφυγες του πολέμου, όπως και να ανοίξουν τα σύνορα εντός της Ευρώπης, ώστε οι πρόσφυγες που φτάνουν στην Ελλάδα και τα άλλα κράτη να μπορούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους για τις χώρες που αυτοί επιλέγουν. Ζητάμε δηλαδή να παρέχονται άμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους άσυλο και ταξιδιωτικά έγγραφα. Οποιαδήποτε άλλη πολιτική στην πραγματικότητα μας συμβιβάζει με τους πνιγμούς, το θάνατο και την εξαθλίωση που ζούμε σήμερα από τη Λαμπεντούζα ως την Ειδομένη – και αυτό δεν μπορεί να είναι ανεκτό.  

-          Να ανοίξει νέα διαδικασία νομιμοποίησης για όλους τους μετανάστες ‘χωρίς χαρτιά’, νέα διαδικασία ιθαγένειας για τα παιδιά τους

Πέρα από τις διερχόμενους πρόσφυγες, η πλειοψηφία των μεταναστών και μεταναστριών που ζουν και εργάζονται μόνιμα στη χώρα μας, μένουν ακόμα δυστυχώς χωρίς χαρτιά. Έχουν περάσει 10 χρόνια από την τελευταία διαδικασία νομιμοποίησης, κι από τότε δεν υπήρχε ουσιαστικά κανένας τρόπος να μεταναστεύσει νόμιμα ή να νομιμοποιηθεί κάποιος στην Ελλάδα. Ακόμα περισσότερο, οι περισσότεροι από όσους είχαν καταφέρει να νομιμοποιηθούν το 2005, έχουν χάσει σήμερα τα χαρτιά τους, καθώς, λόγω κρίσης και ανεργίας, δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Είναι η στιγμή λοιπόν, πιστεύουμε, να διεκδικήσουμε μία νέα διαδικασία νομιμοποίησης για όλους τους ‘χωρίς χαρτιά’· μία διαδικασία ανοιχτή, μόνιμη, που δεν θα εξαρτά την άδεια παραμονής από τον αριθμό ενσήμων και θα παρέχει επίσης ταξιδιωτικά έγγραφα. Ένας τέτοιος συνδυασμού παροχής ασύλου στους πρόσφυγες και άδειας παραμονής στους μετανάστες, μαζί με τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα, είναι η μόνη ρεαλιστική προσέγγιση, που θα σταματήσει τη βάρβαρη κι αδιέξοδη πολιτική της κράτησης και των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Ταυτόχρονα, η κατάθεση του νομοσχεδίου για την ιθαγένεια, άνοιξε επιτέλους ξανά αυτό το πεδίο, μετά τη ρατσιστική απόφαση του ΣτΕ και την κατάργηση του προηγούμενου νόμου. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο ωστόσο εξαρτά πάλι την ιθαγένεια των παιδιών από τη ‘νομιμότητα’ των γονέων, αποκλείοντας έτσι, σε πρώτο χρόνο τουλάχιστον, την πλειοψηφία των παιδιών. Είναι καθήκον μας λοιπόν, να συνεχίσουμε τον αγώνα για την αναγνώριση της ιθαγένειας σε όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ελλάδα.

-          Να ανοίξουμε νέο κύκλο αγώνων ενάντια στη φτώχεια, τα μνημόνια, το φασισμό, την εκμετάλλευση

Γνωρίζουμε καλά ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα των προσφύγων ή των μεταναστών δεν θα καταφέρει τίποτα, αν δεν συνδυάζεται με τον αγώνα για τα δικαιώματα όλων μας, ντόπιων και ξένων, σε δουλειά με αξιοπρέπεια, στη δημόσια υγεία και παιδεία, με τον αγώνα ενάντια στη φτώχεια που έφεραν η κρίση και τα μνημόνια. Και αντίστροφα: οι αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία δεν έχουν αποτέλεσμα και νόημα αν δεν συμπεριλαμβάνουν όλους τους φτωχούς και καταπιεσμένους, αν δεν αίρουν στα λόγια και στην πράξη τους διαχωρισμούς ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους εργαζόμενους, ανάμεσα σε νόμιμους και «λαθραίους» μετανάστες, αν δεν αναμετρώνται καθημερινά με το ρατσισμό και τον εθνικισμό που μας θέλουν χωρισμένους και νικημένους. Αν δεν διατηρεί μέτωπο πάλης ενάντια στο φασισμό και τη ναζιστική Χρυσή Αυγή· ακόμα και αν η συμμορία αυτή δικαστεί και καταδικαστεί για την εγκληματική της δράση, το οποίο βέβαια και απαιτούμε, γνωρίζουμε ότι το μόνο που μπορεί να σταματήσει το φασισμό είναι η κοινωνική πάλη και αλληλεγγύη. Αν δεν συνδέονται με τον αγώνα για την άρση των κοινωνικών αποκλεισμών που η καταστολή, η φτώχεια, ή ακόμα οι κοινωνικές προκαταλήψεις επιβάλλουν απέναντι στους πολίτες με αναπηρίες, την LGBTQIκοινότητα, τους φυλακισμένους και αποφυλακισμένους, τους τοξικοεξαρτημένους ή τα άτομα με ψυχιατρικές διαγνώσεις.

Αναγνωρίζουμε επίσης ότι σήμερα, οι αγώνες αυτοί φαίνεται να έχουν προς στιγμή υποχωρήσει· ο λαός μοιάζει να στέκεται αμήχανος, περιμένοντας παρά προκαλώντας τις εξελίξεις. Τη στιγμή που προετοιμάζαμε το φεστιβάλ και συμφωνούσαμε σε αυτές τις γραμμές, δεν γνωρίζαμε που θα καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις ή οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές. Πολλοί από εμάς έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις για αυτό, όπως έχουμε επίσης διαφορετικές απόψεις για το τι πρέπει να γίνει, ποιος δρόμος είναι ο καλύτερος για το λαό και τους εργαζόμενους. Αυτό όμως που γνωρίζουμε από σήμερα, και αυτό στο οποίο όλοι και όλες μας τώρα συμφωνούμε, είναι ότι αυτός ο δρόμος δεν μπορεί να περνά μέσα από την υποταγή στους εκβιασμούς των δανειστών και τη διολίσθηση στο μνημονιακό καθεστώς, μέσα από τη συνέχιση της λιτότητας, της φτωχοποίησης δηλαδή των εργαζομένων προς όφελος του κεφαλαίου. Ο δρόμος αυτός δεν μπορεί να περνά μέσα από την ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών και υπηρεσιών, από μία «ανάκαμψη» των κερδών μέσω της εκμετάλλευσης φύσης και ανθρώπων. Ο δρόμος αυτός αντίθετα, περνά μόνο μέσα από τους κοινούς αγώνες ντόπιων και μεταναστών, για όσα αναφέραμε παραπάνω και για άλλα τόσα, μέσα από την αναζωογόνηση των κοινωνικών αντιστάσεων και διεκδικήσεων, μέσα από τη συνάντηση των διαφορετικών κοινωνικών κινημάτων. Αυτό το δρόμο δεσμευόμαστε όλοι και όλες εμείς που συμμετέχουμε στο φεστιβάλ να βαδίσουμε μαζί· το ίδιο το φεστιβάλ άλλωστε για εμάς δεν είναι παρά μία, κάπως πιο ζεστή και ανθρώπινη, στάση σε αυτό το μακρύ δρόμο.