Ένα, δύο, τρία, πολλά Φιλοξενεία!

Για να μιλήσουμε για τη δημιουργία Φιλοξενείου προσφύγων στην Τούμπα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα γεγονότα. Γεγονότα που τα ξέρουμε πια όλοι, ακόμα και αυτοί που προτιμούν να κλείνουνε τα μάτια· ζούμε άλλωστε σε μία χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του πολέμου που έχει κηρύξει η «πολιτισμένη» δύση ενάντια στους πρόσφυγες. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα εκατοντάδες κρατητήρια, τα ναρκοπέδια και ο φράχτης του Έβρου, το Λιμενικό και τα φαρμακονήσια του Αιγαίου, οι Μανωλάδες και τα χιλιάδες μικρά κάτεργα μέσα στις πόλεις, παράγουν συστηματικά βία, θάνατο, φόβο και εκμετάλλευση. Η βαρβαρότητα αυτή όμως δεν στρέφεται μόνο ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αλλά ενάντια τελικά σε ολόκληρη την κοινωνία· όσο διασπούν τους εργαζόμενους σε νόμιμους και παράνομους, όσο αποκλείουν τους «χωρίς χαρτιά», τους άνεργους, τους ανασφάλιστους από τα κοινά αγαθά και τις δημόσιες υπηρεσίες, όσο μετατρέπουν τα καθολικά δικαιώματα σε προνόμια των λίγων, όσο εθίζουν την κοινωνία στην κρατική βία, το φόβο και την καταστολή, τόσο κερδίζουν οι από πάνω και τόσο χάνουμε εμείς, οι πολλοί, οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι κι οι άνεργοι. Για αυτό και η έμπρακτη αλληλεγγύη με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, η αντιρατσιστική πάλη, δεν είναι ζήτημα ανθρωπισμού ή πολυτέλειας, αλλά ένα ζωτικό ζήτημα αξιοπρέπειας και επιβίωσης για όλο το λαό.


Από τη σκοπιά αυτή, κάθε πρωτοβουλία που ανοίγει ένα –συμβολικό έστω- παράθυρο ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, έχει τη σημασία της. Για αυτό και στηρίζουμε ξεκάθαρα τη δημιουργία Φιλοξενείου από το Δήμο Θεσσαλονίκης στην περιοχή των παλιών σταύλων στην Τούμπα, για 7 μονογονεϊκές οικογένειες προσφύγων. Αυτό άλλωστε απαιτούσαμε εδώ και χρόνια, από τότε που σταμάτησε η λειτουργία του Ξενώνα Προσφύγων στη Φιλίππου, με συνεχείς δράσεις και παρεμβάσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο. Φυσικά, γνωρίζοντας καλύτερα από τον καθένα τις διαστάσεις του προβλήματος, αντιλαμβανόμαστε ότι ένας ξενώνας 35 ατόμων είναι σταγόνα στον ωκεανό των αναγκών που γεννά η προσφυγιά και η κατασταλτική πολιτική του ελληνικού κράτους. Φυσικά επίσης, έχουμε πολύ διαφορετικές απόψεις από τη διοίκηση του Δήμου για το πώς πρέπει να ασκείται η κοινωνική πολιτική· πιστεύουμε ότι οι δομές αυτές θα πρέπει να είναι δημόσιες, ανοιχτές στον έλεγχο και τη συμμετοχή της κοινωνίας, να έχουν σταθερή κρατική χρηματοδότηση και σταθερούς εργαζόμενους και να μην στηρίζονται σε περιστασιακά ευρωπαϊκά προγράμματα και στην ιδιωτική διαχείριση. Φυσικά, τέλος, και η πρωτοβουλία αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντιρατσιστική κολυμπήθρα για να ξεπλύνει μία διοίκηση της οποίας η κύρια αποστολή της παραμένει η κατά γράμμα τήρηση της μνημονιακής πολιτικής, παράγοντας φτώχεια και δυστυχία για ντόπιους και μετανάστες, ενώ στον ελεύθερό της χρόνο κυνηγά τους φτωχοδιάβολους μικροπωλητές και ρακοσυλλέκτες.

Όμως, όταν το ερώτημα είναι «φιλοξενείο ή ξενοφοβία» η απάντηση για εμάς δεν μπορεί παρά να είναι μία, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Η πόλη μας χρειάζεται όχι έναν, αλλά πολλούς ξενώνες για να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση και να προσφέρει στους ανθρώπους της, ντόπιους ή μετανάστες, το αυτονόητο· το δικαίωμα στη στέγαση και την αξιοπρέπεια. Και οι ξενώνες αυτοί θα πρέπει να βρίσκονται παντού, μέσα στις γειτονιές μας, γιατί εκεί υπάρχουν οι ανάγκες και εκεί δικαιούνται να κατοικούν αυτοί οι άνθρωποι. Αυτή θα πρέπει να είναι και η πρώτη απαίτησή μας από τη διοίκηση του Δήμου: να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη και ομαλή λειτουργία του συγκεκριμένου φιλοξενείου –το οποίο αφορά άλλωστε μόνο μονογονεϊκές οικογένειες- και να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία περισσότερων δομών φιλοξενίας για τις υπόλοιπες κατηγορίες ανθρώπων που έχουν ανάγκη.

Ταυτόχρονα, στηρίζουμε με όλη μας τη δύναμη τα αιτήματα όσων κατοίκων της περιοχής ζητούν να αναπλαστεί ολόκληρος ο χώρος των παλιών σταύλων και να αφιερωθεί σε κοινωνικές δομές και ανάγκες, όπως η δημιουργία ελεύθερων χώρων πρασίνου ή νηπιαγωγείου. Η διεκδίκηση των δημόσιων χώρων, ειδικά στην πυκνοκατοικημένη Θεσσαλονίκη και σε επιβαρυμένες συνοικίες σαν αυτή, αυτονόητα αποτελεί όρο όχι μόνο για την ποιότητα της ζωής μας, αλλά για την ίδια την αξιοπρεπή επιβίωση, ιδιαίτερα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων που στερούνται άλλων διεξόδων. Πιστεύουμε λοιπόν ότι η δημιουργία του Φιλοξενείου μπορεί και πρέπει να αποτελέσει όχημα για την ανάπλαση της περιοχής και την αλλαγή χρήσης των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων, με το πέρασμά τους από τις βαριές, οχλούσες και ρυπαίνουσες δραστηριότητες που ασκούνται σήμερα σε ήπιες, κοινωφελείς δράσεις.

Από τη σκοπιά αυτή, είναι εξαιρετικά σαφές ότι όσοι αντιδρούν στη δημιουργία του Φιλοξενείου καθ’ εαυτή, όποιο λόγο και να προβάλλουν, στρέφονται στην πραγματικότητα όχι μόνο ενάντια στους πρόσφυγες, αλλά ενάντια στις ανάγκες των ίδιων των κατοίκων. Η φιλοξενία 7 ενηλίκων προσφύγων και 25 παιδιών και η συνύπαρξή τους με τη γειτονιά και τις άλλες χρήσεις που πρέπει να αποκτήσει ο συγκεκριμένος χώρος, δεν θα προκαλέσει πρόβλημα σε κανέναν άλλον, παρά μόνο σε αυτούς που τρέφονται από το μίσος· δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, στους ρατσιστές, τους φασίστες και τους χρυσαυγίτες. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι το τελευταίο διάστημα οι τελευταίοι προσπαθούν να σπείρουν τη διχόνοια και τη μισαλλοδοξία στην περιοχή και να στρέψουν τις δίκαιες διεκδικήσεις των κατοίκων για κοινωνικά έργα και ποιότητα ζωής στη ρατσιστική, στείρα και, σε τελευταία ανάλυση, αναποτελεσματική κατεύθυνση της εναντίωσης στο Φιλοξενείο. Ο σκοπός τους είναι να εκμεταλλευτούν πολιτικά τις ανησυχίες των κατοίκων για να πατήσουν πόδι στην προσφυγική Τούμπα. Είναι σίγουρο ότι αν καταφέρουν και κερδίσουν, αποτρέποντας τη δημιουργία του Φιλοξενείου, μόνο η ευημερία και η ποιότητα ζωής δεν θα επικρατήσει στην περιοχή.


Είναι όμως ακόμα πιο σίγουρο ότι ο λαός της Τούμπας, με τους παππούδες του να έχουν έρθει πρόσφυγες από την ανατολή και τους γονείς τους να έχουν φύγει μετανάστες στη Γερμανία, δεν θα δεχθεί να γίνει πιόνι στους -έτσι κι αλλιώς ανόητους- φασιστικούς σχεδιασμούς· θα δείξει την έμπρακτη αλληλεγγύη του, θα στηρίξει τη δημιουργία του Φιλοξενείου και θα συνεχίσει τον αγώνα για περισσότερες κοινωνικές δομές και δημόσιους χώρους.  Άλλωστε, όπως είπαμε από την αρχή, η στάση που κρατά ο καθένας μας απέναντι στους μετανάστες είναι αυτή που χαράσσει τις πιο ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους από πάνω -τα αφεντικά, τις μνημονιακές κυβερνήσεις και τους φασίστες- και τους από κάτω, τους φτωχούς, τους εργαζόμενους, τους ανθρώπους της γειτονιάς μας. Πιστεύουμε λοιπόν ότι η πλατειά πλειοψηφία των τουμπιωτών θα σταθεί στην εδώ πλευρά· και εκεί, θα βρουν στο πλευρό τους κάθε συλλογικότητα, κάθε άνθρωπο αυτής της πόλης που πιστεύει στην ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, την ελευθερία. Όσοι πάλι διαλέξουν να σταθούν με την πλευρά του μίσους και των φασιστικών αποβρασμάτων, να ξέρουν ότι θα μας βρουν όλους και όλες μας απέναντί τους.


Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης